Οι γεωστρατηγικές εξελίξεις διαμορφώνουν νέα δεδομένα στην διεθνή ναυσιπλοΐα
Η τελευταία επιδρομή των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ εναντίον στρατηγικών στόχων της Βενεζουέλας, μέρος του σχεδίου που εκπονήθηκε για την απαγωγή του προέδρου της, Νικολάς Μαδούρο, είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί και το λιμάνι La Guaira που είναι κοντά στο Καράκας.
Είναι γεγονός ότι το νέο έτος 2026 θα είναι μια μεταβατική περίοδο για την παγκόσμια οικονομία και βεβαίως και για την ναυτιλία.
Όλα τα στοιχεία και οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι θα περάσουμε σε μια εποχή που η αβεβαιότητα θα αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της ναυλαγοράς.
Η διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων στην Ουκρανία, η μεταφορά των επιθέσεων στην Μαύρη Θάλασσα, η ένταση στις ακτές της Βενεζουέλας, οι κυρώσεις στα πλοία που μεταφέρουν πετρέλαιο από την Ρωσία και το Ιράν, η παρατεταμένη ανασφάλεια στην Ερυθρά Θάλασσα, οι αντιπαραθέσεις στα λιμάνια της Υεμένης, από τις αντιμαχόμενες ομάδες τοπικής εξουσίας και η αποφυγή πολλών πλοίων και εταιρειών της Διώρυγας του Σουέζ, διαμορφώνουν συνεχώς ένα νέο περιβάλλον στην διεθνή ναυσιπλοΐα.
Επισημαίνεται ότι το σκηνικό είναι πολεμικό σε αρκετές περιοχές του κόσμου. Πρόσφατα, κατασχέθηκαν πλοία από το Ιράν με την αιτιολογία ότι διαπράττουν λαθρεμπόριο καυσίμων, αλλά και την επιβολή προστίμου από την Κίνα στα πλοία που χρησιμοποιούν στη θαλάσσια επικράτεια της το δορυφορικό σύστημα Starlinκ, δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για την διεθνή ναυσιπλοΐα. Συνολικά 18 κράτη έχουν θέσει παρόμοιο αποκλεισμό στις θαλάσσιες μεταφορές.
Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα έγιναν επιθέσεις από την Ρωσία με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) στη διάρκεια και προκάλεσαν ζημιές σε πλοία με σημαία Σλοβακίας, Παλάου και Λιβερίας σε λιμάνια στις ουκρανικές περιφέρειες της Οδησσού και του Μικολάιφ ενώ οι Ουκρανοί χτύπησαν πλοία κοντά στην Κρήτη.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι στρεβλώσεις στις θαλάσσιες διαδρομές να αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση στην ναυσιπλοΐα.
Σύμφωνα με την έκθεση της SSY για τις προοπτικές του νέου έτους, «η ναυτιλία έχει μετατραπεί πλέον σε εργαλείο γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης».
Οι δασμοί που επιβλήθηκαν, οι κυρώσεις για τα φορτία της Ρωσίας και του Ιράν, τα ειδικά λιμενικά τέλη και οι αναταράξεις στις θαλάσσιες οδούς επηρεάζουν άμεσα τις θαλάσσιες εμπορικές ροές και την ζήτηση των πλοίων.
Εξάλλου, η ετήσια ανασκόπηση του Signal Group για την ναυλαγορά, τα εμπορεύματα και τον γεωπολιτικό κίνδυνο, αλλά και της SSY, καταλήγουν στην κοινή εκτίμηση ότι «μια πλήρης επιστροφή στην ομαλή διέλευση από το Σουέζ μέσα στο 2026 δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη».
Τα πλοία συνεχίζουν τις αναδρομολογήσεις μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, αυξάνουν μεν την ζήτηση σε τόνο μίλια, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούνται δομικές αδυναμίες.
Στην αγορά ξηρού φορτίου, προβλέπεται αύξηση του στόλου κατά περίπου 3,2% το 2026, με έντονες διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία. Τα Capesize εμφανίζουν χαμηλότερη αύξηση προσφοράς, ενώ τα Supramax και Ultramax οδηγούν την ανάπτυξη.
Καθοριστικό παράγοντα για την ναυλαγορά παίζει η εξόρυξη βωξίτη και σιδηρομεταλλεύματος στη Γουινέα, «γεγονός που καθιστά την αγορά ιδιαίτερα ευαίσθητη σε καθυστερήσεις ή πολιτικούς κινδύνους», όπως επισημαίνουν έγκυροι αναλυτές της ναυτιλίας.
Άλλοι αναλυτές τονίζουν ότι «η εικόνα του 2026 δεν παραπέμπει σε «έτος ανάκαμψης», αλλά σε μια περίοδο προσεκτικής διαχείρισης, όπου η επιλεκτικότητα στις τοποθετήσεις θα είναι κρίσιμη».
Αλλά και η ναυλαγορά των δεξαμενόπλοιων εισέρχεται στο 2026 σε υψηλό βαθμό αβεβαιότητας, με δεδομένο την «σημαντική αύξηση της προσφοράς, καθώς κατά το τρέχον έτος αναμένονται αυξημένες παραδόσεις VLCC και Suezmax», ενώ στα product tankers, η εικόνα είναι πιο εύθραυστη, καθώς το orderbook είναι το υψηλότερο των τελευταίων δεκαετιών και ενδεχομένως οι ναύλοι να πιεστούν.
Στον τομέα του LNG, παρά το γεγονός ότι το 2025 σημαδεύτηκε από σημαντική άνοδο των ναύλων, υπάρχει εκτίμηση ότι για το 2026 υπάρχει υψηλός κίνδυνος, λόγω της μεγάλης εισόδου νέων πλοίων σε σχέση με την περιορισμένη αύξηση της παραγωγής LNG.
Επίσης, στον τομέα των LPG carriers και στα chemical tankers, η βασική πρόκληση παραμένει η υπερπροσφορά πλοίων σε συνδυασμό με μέτρια αύξηση της ζήτησης.
Η κατάσταση στη Βενεζουέλα
Μετά την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο και τη μεταφορά του στη Νέα Υόρκη, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες θα δαπανήσουν δισεκατομμύρια δολάρια για την ανοικοδόμηση της καταρρέουσας ενεργειακής υποδομής της Βενεζουέλας.
Περιγράφοντας το νέο όραμα του, ο Ντόναλντ Τραμπ, επισήμανε:
«Θα έχουμε τις πολύ μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες των Ηνωμένων Πολιτειών – τις μεγαλύτερες οπουδήποτε στον κόσμο – να εισέλθουν, να ξοδέψουν δισεκατομμύρια δολάρια, να επισκευάσουν την άσχημα κατεστραμμένη υποδομή – την πετρελαϊκή υποδομή – και να αρχίσουν να βγάζουν χρήματα για τη χώρα».
Από τις τρομακτικές εξελίξεις, δεν έχει καταστεί σαφές, κατά πόσο είναι πρόθυμες οι εταιρείες Exxon Mobil,Chevron, ConocoPhillips, να επενδύσουν μεγάλα χρηματικά ποσά.
Ωστόσο, η Chevron εξακολουθεί να λειτουργεί στη Βενεζουέλα, με ειδική άδεια από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, όπως γνωστοποιήθηκε. Οι άλλες εταιρείες δεν έχουν αντιδράσει θετικά ή αρνητικά, μέχρι αυτή την ώρα.
Υπενθυμίζεται ότι η Chevron παράγει περίπου το 20% του πετρελαίου της Βενεζουέλας, ενώ οι εταιρείες Exxon και ConocoPhillips, είδαν τις εγκαταστάσεις τους να εθνικοποιούνται από τον προηγούμενο πρόεδρο Ούγκο Τσάβες.
Η ConocoPhillips έχει «σημαντικά κίνητρα για να επιστρέψει» και να εισπράξει τα περισσότερα από 10 δισεκατομμύρια δολάρια που της οφείλονται, δήλωσε ο Francisco Monaldi, διευθυντής ενεργειακής πολιτικής της Λατινικής Αμερικής στο Πανεπιστήμιο Rice στο Χιούστον.
Η Κίνα, είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής πετρελαίου από την Βενεζουέλα, αλλά επισήμως έχει να προμηθευτεί πετρέλαιο από τον περασμένο Μάρτιο.
Αυτή τη στιγμή, η Βενεζουέλα παράγει περίπου 800.000 βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής, σύμφωνα με την Kpler, η οποία παρακολουθεί τα δεδομένα ναυτιλίας.
Η παραγωγή θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 150.000 βαρέλια την ημέρα μέσα σε λίγους μήνες εάν αρθούν οι κυρώσεις, αλλά η επιστροφή στα 2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα ή υψηλότερα θα απαιτούσε «μαζικές μεταρρυθμίσεις».
Επισημαίνεται ότι η ισπανική Repsol, η ιταλική Eni SpA και η γαλλική Maurel et Prom SA εξακολουθούν να έχουν παρουσία στη Βενεζουέλα και συνεργάζονται σε επιχειρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου με την κρατική Petroleos de Venezuela SA.
Η σημαντικότερη όμως είδηση είναι ότι ο Πρόεδρος Τραμπ δήλωσε το Σάββατο ότι το «εμπάργκο πετρελαίου» στη χώρα έχει τεθεί σε πλήρη ισχύ.
Τα περισσότερα πλοία, τα οποία φόρτωσαν πρόσφατα αργό πετρέλαιο και καύσιμα με προορισμό προορισμούς όπως οι ΗΠΑ και η Ασία δεν έχουν αποπλεύσει, ενώ άλλα που περίμεναν να φορτώσουν έφυγαν άδεια, σύμφωνα με δεδομένα εταιρειών παρακολούθησης των πλοίων.
Στην Υεμένη
Αλλά, δεν είναι μόνο η Βενεζουέλα που δημιουργεί αναταραχές στην διεθνή ναυσιπλοΐα. Ένταση επικρατεί και στα λιμάνια της Υεμένης, δεδομένου ότι είναι σε εξέλιξη ανάπτυξη δυνάμεων των Εμιράτων σε τοποθεσίες βόρεια και νότια του Διαδρόμου Διαμετακόμισης Θαλάσσιας Ασφάλειας στον Κόλπο του Άντεν και σε παρόμοιες θέσεις που κυριαρχούν στις θαλάσσιες οδούς μέσω της νότιας Ερυθράς Θάλασσας.
Στην περιοχή έχει αναπτύξει στρατιωτικές και διπλωματικές δυνάμεις και η Σαουδική Αραβία.
Η αντίθεση στην κίνηση των ΗΑΕ εδραιώθηκε την επομένη των Χριστουγέννων, όταν το Ισραήλ χορήγησε διπλωματική αναγνώριση στη Σομαλιλάνδη, την πρώτη χώρα που το έπραξε από τη μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας της Σομαλιλάνδης το 1991.
Στις 30 Δεκεμβρίου, η IRG απέσυρε επίσημα την εντολή της για την στρατιωτική παρουσία των Εμιράτων στην Υεμένη, απαιτώντας από τις δυνάμεις των ΗΑΕ να αποσυρθούν εντός 24 ωρών. Αυτό επιτάχυνε αυτό που φαίνεται να ήταν η πολύ καλά οργανωμένη επιχείρηση αποχώρησης των ΗΑΕ.
Ενώ η αποχώρηση των Εμιράτων έχει προχωρήσει, αλλά η πλήρης έκτασή της παραμένει ασαφής, οι δυνάμεις της Υεμένης που είναι πιστές στο STC εξακολουθούν να βρίσκονται στο πεδίο και τώρα ενθαρρύνονται από τις αεροπορικές επιδρομές της Σαουδικής Αραβίας να αποσυρθούν. Η κατάσταση παραμένει ρευστή.
Συνεχίζεται η μάχη κατά «ναρκεμπόρων»
Η Νότια Διοίκηση των ΗΠΑ, όπως ανακοινώθηκε, σκότωσε άλλους πέντε ύποπτους για λαθρεμπόρους σε ύδατα ανοιχτά της Νότιας ή Κεντρικής Αμερικής, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Την Τετάρτη, εναέριες δυνάμεις στην περιοχή επιχειρήσεων της Νότιας Διοίκησης πραγματοποίησαν θανατηφόρες επιθέσεις σε δύο ύποπτα για λαθρεμπόριο σκάφη, προς την κατεύθυνση του Πενταγώνου. Τα σκάφη επιχειρούσαν σε γνωστές διαδρομές διακίνησης ναρκωτικών και ο στρατός πίστευε ότι ασχολούνταν με τη διακίνηση ναρκωτικών.
Τρία μέλη του προσωπικού σκοτώθηκαν στην πρώτη επίθεση του πλοίου και δύο ακόμη στο δεύτερο πλοίο, ανέφερε σε ανακοίνωσή της η Νότια Διοίκηση. Η περιοχή του συμβάντος (είτε στην Καραϊβική είτε στον Ανατολικό Ειρηνικό) δεν προσδιορίστηκε.
Η Αμερικανική διοίκηση έχει πλήξει 14 σκάφη τον τελευταίο μήνα, σκοτώνοντας δεκάδες υπόπτους. Συνολικά, έχει επιτεθεί σε 35 σκάφη από τις 2 Σεπτεμβρίου, σκοτώνοντας 115 άτομα, διασώζοντας δύο και ξεκινώντας έρευνες για τέσσερις ακόμη επιζώντες.
Η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ περιγράφει τους στόχους των επιθέσεων ως «ναρκοτρομοκράτες» ή «τρομοκράτες καρτέλ», αλλά οι αναφορές στη Νότια Αμερική υποδηλώνουν ότι οι περισσότεροι χειριστές σκαφών μεταφοράς ναρκωτικών είναι ψαράδες, εργάτες, μικροεγκληματίες και άλλα άτομα χαμηλού εισοδήματος. Το Πεντάγωνο δεν έχει αποκαλύψει τις ταυτότητες όσων εξοντώθηκαν στις επιθέσεις, εάν υπάρχουν. Η πλειονότητα των νεκρών παραμένει άγνωστη, σύμφωνα με το MSNBC.
Διαβάστε επίσης
Πετρέλαιο: Γιατί η αγορά ενδέχεται να απορροφήσει το σοκ της σύλληψης Μαδούρο;
Ρούμπιο: Ο «αποκλεισμός» του πετρελαίου της Βενεζουέλας δίνει στις ΗΠΑ μοχλό πίεσης
Content Original Link:
" target="_blank">

